Search This Blog

Loading...

Monday, 21 July 2014

Οταν οι κτήσεις γίνονται κτήτορες

Τώρα που ο τότε κατατρεγμένος έγινε κτήτορας
και ως επιβήτορας κτητικού δικαίου
κάνει ρεσάλτο στην εφαρμοσμένη πλεονεξία
τι να περισσέψει από μας τους υπολοίπους?
Συμπάθεια? 

Οργή κι ανάθεμα μόνο προς αυτούς και στην
ιστορία που δεν δίδαξε και μια ίσως μικρή
συμβουλή προς ανιστόρητους κτήτορες,
ας ξεκινήσουν από τα πιο απλά,
γιατί όχι από το ημερολόγιο μιας μικρής, 
αυτό

Friday, 23 May 2014

Σαλπάρω...

Επειδή δεν θέλω να ξαναδώ η εφαρμογή ενός ήδη εφαρμοσμένου οπισθιόσχημου πολιτικού οράματος να ξεπερνάει τα όρια ακόμη και της hard core πορνογραφίας, απέχω από τα ερωτικά τους συμπλέγματα και τα άτακτα άνευ σίελου σοδομικά τους  όργια ...

-Πάμε?
-Που?
-Κατάστρωμα, Σαλπάρουμε Captain.















http://www.pirateparty.gr/



Friday, 16 May 2014

Η αναζήτηση του κανταδόρου και η μαύρη μου χημεία μέσα...

 Αυτό το κείμενο κατά κάποιο το χρωστούσα εδώ και πολύ καιρό όπως και κάποιες φωτογραφίες, για να γίνει κατανοητό θα πρέπει να διαβαστεί το πρώτο μέρος  (Ο κανταδόρος και η μαύρη μου χημεία) το παρακάτω αποτελεί απλά την συνέχεια του...


Ήθελα να κρατήσω την υπόσχεση μου, είχαν περάσει τρεις μήνες περίπου, είχα ετοιμάσει επιμελώς έναν φάκελο με φωτογραφίες του τραβηγμένες την προηγούμενη φορά, ευκαιρία, βρισκόμουν κοντά, δεν είχα να χάσω κάτι παρά μόνο λίγο χρόνο.
Πέρασα μέσα σ εκείνο ουζερί - καφενείο - καπηλειό που τον είχα συναντήσει την πρώτη φορά, κάθισα σε ένα τραπέζι στην άκρη , δεν υπήρχε ψυχή παρά μόνο ο κάπελας που τακτοποιούσε τον πάγκο της κουζίνας του. Έτσι και εγώ βρήκα την ευκαιρία να τακτοποιήσω τον ντορβά των χαμένων καρέ κι ότι χαμένο είχε εκείνη η μέρα, η τακτοποίηση επιβεβαίωσε για μία ακόμη φορά πως οι καλύτερες φωτογραφίες είναι αυτές που δεν τραβήχτηκαν ποτέ παρά μένουν στην μνήμη σαν μια γλυκιά ανάμνηση.
  • Θες να σου φέρω κάτι? (ακούστηκε μια φωνή μέσα από την κουζίνα κόβοντας τον ειρμό των σκέψεων μου και των τακτοποιήσεων μου).
  • Μια μπύρα εάν είναι εύκολο. (και συνέχισα να τακτοποιώ τα χαμένα καρέ μου στον ντορβά και αφού τελείωσα ρώτησα)
  • Μήπως εμφανίστηκε ο κανταδόρος?
  • Ποιος? (ακούστηκε μια φωνή από το βάθος)
  • Ο κανταδόρος ντε, ο κοπάνα το, κοπάνα το και μην φοβάσαι θάνατο, ο παγκόσμιος λεχρίτης.
  • Α! ναι σε θυμάμαι από την προηγούμενη φορά (είπε πλησιάζοντας το τραπέζι μου και σκουπίζοντας το με μια πετσέτα που είχε στο χέρι του)
  • Δεν τ΄μαθες (συνέχισε) πάει ο κανταδόρος τελείωσε, έπεσε και έσπασε το ποδάρι του ένα μήνα σε πλήρη ακινησία, δεν άντεξε , ξέρεις τα ποδάρια σ αυτή την ηλικία είναι σαν τα φτερά, που να πάει ο έρμος χωρίς φτερά κατέληξε υπέρ βωμών και εστιών, εναπόθεσε το την ψυχή το σώμα και το πνεύμα του στον κύριο θα ΄ναι ένας μήνας τώρα.
Στο άκουσμα ένιωσα κάπως δεν το περίμενα, λυπήθηκα, κράτησα τον φάκελο σφιχτά, ο παραλήπτης είναι αλλού , θα υπάρχει τρόπος άραγε να παραλάβει τούτον τον φάκελο αναρωτήθηκα, αποστολή φακέλου με αποστολέα εν ζωή και παραλήπτη πεθαμένο από oτι ξέρω δεν γίνεται.
-Με τα ΚΤΕΛ θα έλεγε ο Bandini χαριτολογώντας αλλά μπα δεν νομίζω υπάρχει μία διαχωριστική γραμμή αδιαπέραστη, τι τον περάσαμε τον άλλο κόσμο? παράλληλο σύμπαν και άλλες τέτοιες αηδίες που λεν οι σύγχρονοι φυσικομαθηματικοί επειδή ξέμειναν από αντικείμενο.
Η στιγμή όμως πολλές φορές ανατρέπει τα αυτονόητα και χάνεσαι στο υπερπέραν και πολιτείες άλλες, θες η συναισθηματική φόρτιση θες κάτι άλλο που μου διαφεύγει αυτή την στιγμή ως δια μαγείας μπορούσα να την διαπεράσω, να δω απέναντι εκεί στην άλλη πλευρά, λες και ήταν σε αυτά τα σύμπαντα (μήπως θα πρέπει να αναθεωρήσω την άποψη μου για αυτά και τα ΚΤΕΛ του Bandini αναρωτήθηκα).
Κοσμικό χάος και διαπλανητικό ομιχλώδες τοπίο αρχικά, πλάνη δανεική μιας άγονης στιγμής κι εγώ σ΄ άλλους κόσμους ρέμβαζα, σε ένα τραπέζι καμιά δωδεκάρια θα ΄τανε από γύρω και ένας στην μέση του τραπεζιού το σύνολον δεκατρείς νοματαίοι, πωγωνάτοι, τρωγοπίναν, φωνασκούσαν και χαζογελούσαν, τότε εμφανίστηκε ένας τύπος με φτερά στην πλάτη και με το πέταγμα της ακρίδας στάθηκε πίσω από τον δέκατο τρίτο, σαν σκιά του, με το στυλάκι και το ύφος ενός αρχιBattler, σκύβει και κάτι του λέει στο αυτί, αναλύοντας τα δεδομένα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ο δέκατος τρίτος ήταν κάτι παραπάνω από αρχηγός της παρέας, κάτι σαν πνευματικός καθοδηγητής μου έκανε, -τότε ο πνευματικός με περίσσια χάρη και κομπασμό απλώνοντας τα χέρια σηκώθηκε και λέγει...
  -γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω. καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε νῦν καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ*     κι έτσι έγινε, ως θαύμα εμφανίστηκε, αρχιτρίκλινος ο ανεκδιήγητος, με το καπελάκι και τη γραβάτα του στραβά την καμπαρτίνα το μεγάλο μονόπετρο δακτυλίδι, το ρολόι, αξύριστος τα γυαλάκια κατεβασμένα στην μύτη και γαρύφαλλο στο πέτο , βγαλμένος λες από της Τρούμπας τα κακόφημα στενά και πάλι χωρίς τ ακουστικά βαρηκοΐας για να παιδεύει, σκέφτηκα πιθανότατα άλλο ένα μέγα θείο λάθος τον ξέβρασε στο εκεί... 
ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· φωνεῖ τὸν Ναζηραίον* ὁ ἀρχιτρίκλινος καὶ λέγει αὐτῷ· πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι.
  • Έννοια σας, θα σας βάλω σε τάξη, λίγο χρόνο χρειάζομαι (αναφώνησε κουνώντας το κεφάλι).
  • Άντε τώρα κάτσε κάτω κεχρισμένε μου και άσπρο πάτο, κοπάνα το, κοπάνα το και μην φοβάσαι θάνατο,(τι θάνατο να φοβηθεί ο αθάνατος μια φορά το προσπάθησε και τρεις μέρες άντεξε σαν πεθαμένος αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία)
  • Εν αιθρία η ευλάβεια και η κατάνυξη με την εμφάνιση ενός πολυπληθούς τσούρμου διαταράχθηκε, σύσσωμη η χορωδία μετοικησάντων μελών του συλλόγου των παγκόσμιων ρεμαλιών και λεχριτών σε μία διαπλανητική σύμπραξη χορωδών – κανταδόρων και μουσικών, κουστούμια και ρεμπέτικα μουστάκια, κρατούσαν κιθάρες, τζουράδες, μπαγλαμάδες, μαράκες τούμπες, ξύστρες σβήστρες με κάτι μακριά και χοντρά τσιγάρα στο στόμα ίσα ίσα που φαίνονταν τα πρόσωπά τους από τους καπνούς και τα ντουμάνια που πάνω τους ανακλούσε το λευκό θείο φως κάνοντας την μπριγιαντίνη στα μαλλιά τους να λαμπυρίζει και μεταβάλλοντας την όλη εικόνα ως θεία, σαν πίνακας δια χειρός και πινέλων του Tintoretto, και η φωνή του αρχιτρίκλινου του λες και ήταν δανεισμένη από το innocent when you dream(barroom) του Tom Waits από τα βάθη ενός τρισάθλιου καταγώγιον – bar, καντάδα και κρασί μην τα πολυλογώ, λιάρδα στο τραπέζι οι συμμετέχοντες, - αρχιτρίκλινε μου.
  • Άκυρο η μπύρα φέρε μου ένα κρασί, μίασμα έλαβα ως ευλογία.
  • Όπως αγαπάς είπε ο κάπελας.
  • Μία γυναίκα έκανε την εμφάνιση της, μπήκε μέσα στο καπηλειό, τα χρόνια της κάτι λιγότερα από 55 σοβαρή εκ πρώτης όψεως, πρόσεχε τον εαυτό της με επιμέλεια και φάνηκε από το ντύσιμό της, προσεγμένο, μεγάλα σκουλαρίκια, το πρόσωπό της πασαλειμμένο αυτά που βάζουν οι γυναίκες για να κρύψουν την φθορά του χρόνου σε μια ανέλπιστη προσπάθεια να ξανανιώσουν , το γουνάκι μιας κακορίζικης αλεπούς προσαρμοσμένο στον γιακά του παλτού της μεγάλωνε τον δείκτη υπεροψίας της έδινε παράλληλα το απαραίτητο κύρος για την αποδοχή από ένα αυτιστικό σύνολο ως μια ανώτερης κάστας αλλοφροσύνη. Δεν δένει με το χώρο σκέφτηκα, μάλλον κατά λάθος μπήκε μέσα, αλλού ήθελε να πάει, κάθισε στο απέναντι τραπέζι.
  • Αυτή στα νιάτα της ήταν κουκλάρα ( μου είπε χαμηλόφωνα ο κάπελας) τρέχανε πολλοί ξοπίσω της, κουκλάρα σου λέω, ενώ τώρα - άστα.
  • Βρε βρε καλώς την (φώναξε ο κάπελας προς αυτήν και κάθισε μαζί της)...
Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στον χώρο και μετά πάνω τους καθώς συζήταγαν και γέλαγαν, γνώριμοι από παλιά, μια ηρεμία αποπνέει ο χώρος επιβάλλοντας ένα βύθισμα σε σκέψεις, λογισμούς και στοχασμούς και κάποιοι λογισμοί κάποιες φορές γεννούν αγγέλους, έναν τέτοιο νιώθω σαν αύρα δίπλα μου, φύλακας μου, μου κρατάει συντροφιά σε κάτι τέτοιες μοναχικές στιγμές -μην έχοντας κάτι άλλο να κάνουμε πιάσαμε την κουβέντα πίνοντας κρασάκι. Κάποιοι λένε πως οι άγγελοι στερούνται φύλου, ο δικός μου έχει και είναι γένους θηλυκού...

Έξω στο βάθος του δρόμου, σκόρπιες νότες προσπαθούσαν να συντονιστούν στον βηματισμό κάποιου, ακούγονταν ο ήχος μιας κιθάρας και μετά η φωνή συνοδευτικά σε μία προσπάθεια συντονισμού για να χαρακτηριστεί ως τραγούδι το αποτέλεσμα, ακούσια εξοστρακιζόταν στις πλάκες του πεζοδρομίου, στα τζάμια των καταστημάτων, στις πινακίδες νέον, στους κάδους των απορριμάτων και στα αυτιά των περαστικών ως φάλτσος ήχος πλάγιος τέταρτος παίρνοντας σαν βάση την φυσική κλίμακα του μέσου διαπασών φυσικά. Γνωστό το τραγούδι , θα ανέβω σ ένα αεροπλάνο να δω το κόσμο από κει πάνω αλλά και το μ΄ αεροπλάνα και βαπόρια να ΄ταν μικρή σημασία έχει. Πλησιάζοντας η παραφωνία όλο και δυνάμωνε, ο υπαίτιος εμφανίστηκε στην πόρτα παίζοντας την κιθάρα, ατημέλητος με σκούφο και γκρίζα γενειάδα και η πόρτα σα μεταλλική κορνίζα περιέκλειε το θέμα της, πηγή έμπνευσης μετά κορνίζας για κάθε εικαστικό. Δεν έμπαινε μέσα λες και περίμενε το σινιάλο του κάπελα, τραγούδαγε και κουνιόταν, σύμφωνα με τον ρυθμό δεν θα το έλεγα περισσότερο αστάθεια μέθυσου θα το χαρακτήριζα.
  • Εσύ μας έλειπες σιγοψιθύρισε ο κάπελας.
  • Άστον να μπει είπε η γυναίκα
Έκανε νόημα τότε αυτός με τα χέρια κι εκείνος άνοιξε την πόρτα και πλησίασε το τραπέζι συνεχίζοντας το τραγούδι με την αρχική αστάθεια, στο τελείωμα του τραγουδιού η γυναίκα έκανε να ανοίξει την τσάντα της προφανώς να του δώσει χρήματα.
  • Δεν θέλω λεφτά κυρία μου, μόνο αν θες να με κεράσεις καμιά μπύρα είπε αυτός με προφορά γύφτικη καθότι γύφτος μ ανοιχτό φερμουάρ, κάποιοι υγροί λεκέδες κοσμούσαν συμπληρωματικά το υφασμάτινο με τσάκιση παντελόνι του, κάτουρο, πλούσιος διάκοσμος, προφανώς κατούρησε σε κάποια γωνία, τινάζοντας την στο τελείωμα, ο διασκορπισμός των σταγονιδίων απεδείχθη καθόλου ελεγχόμενος.
  • Κάτσε είπε (αυτή τραβώντας την καρέκλα) και κουμπώσου.
  • Φέρτου μια μπύρα - και για μένα - και εκεί σε εκείνο το τραπέζι, ότι πίνει - βάλε και εσένα μία.
Έφερε τα ποτά μας ο κάπελας ευχαρίστησα ως είθισται, εκείνος έβαλε στο ποτήρι και ήπιε σχεδόν την μισή μονορούφι,σκούπισε με το μανίκι τα λερωμένα μουστάκια από τον αφρό της μπύρας.
  • Οι πολιτικοί και οι κερατάδες οι δήμαρχοι φταίνε, η κρίση, κατάντια
  • Σκάσε και παίζε.
  • Τι να παίξω?
  • Το όργανό σου (φώναξε γελώντας) Μαργαρίτη να παίξεις.
  • Εγώ είμαι του ποιοτικού (απάντησε, δεν είχα λόγους να τον αμφισβητήσω, γιατί όχι και του ποιοτικού στην κατάστασή του όλα επιτρέπονται).
  • Έπαιζα κιθάρα για την Μελίνα (συνέχισε) εκεί στον Πειραιά, ήμουν και στην ορχήστρα του Χατζηδάκη ένα διάστημα, να σου παίξω χάρτινο το φεγγαράκι?
  • Μαργαρίτη θα μου παίξεις... (κι έτσι όλα μπήκαν στην σωστή τους βάση)
Κι έτσι μ αυτά και κείνα και τ άλλα βολεύτηκε στο τραπέζι της, οι μπύρες και τα κρασιά πήγαιναν κι ερχόντουσαν κερασμένα, το ποιοτικό έκανε μια προσπάθεια να κλέψει την καρδιά της κυρίας αλλά δεν τα κατάφερε και οι Καρράδες οι Μελάδες και το καλό συναπάντημα παίρναν και δίναν κατόπιν παραγγελιάς. Το γουνάκι της κυρα Μάρως κρεμάστηκε επιμελώς στην καρέκλα να κοιτάει απορημένο όλα αυτά που συνέβαιναν και το κύρος που προσέφερε να ποδοπατάτε από δωδεκάποντες γόβες στιλέτο εν χορό, τσιφτετέλια στις καρέκλες, τσιφτετέλια στα τραπέζια τα όπα, τα άντε, τα φέρε και τα ξαναφέρε συνθέταν ένα ηχηρό backround).

Κι ερχόντουσαν τα κρασιά κερασμένα, εκεί στη άκρη μου χαμένος στην εξέλιξη και ξηροσφύρης απολάμβανα το μεγαλείο της αισθητικής του γελοίου αρχής γενομένης εμού του ιδίου, αρνούμενος ευγενικά όλες της προσκλήσεις συμμετοχής και τα τραβήγματα για χορό γιατί κάθε φορά ο φύλακας άγγελος μου με συγκρατούσε, κουνούσε χαμογελώντας αρνητικά το κεφάλι σώζοντας με από έκρυθμες καταστάσεις...

 Τώρα πλέον μ ένα κεφάλι κουδούνι και την τέταρτη μεραρχία των Αγγέλων με σφυριά να μου κοπανούν το κεφάλι, εκεί στην γωνιά μου λοιπόν με τις προαναφερόμενες συνθήκες, ευκαιρία βρίσκω κι εγώ κατάλληλη την χρονική στιγμή και ευθύς αμέσως διαιρώ το παρόν σε δύο μελλοντικά σύμπαντα που εξελίσσονται, παρότρυνση κάποιου κάποτε, κατανοώ πλήρως τώρα, αφού τα έβλεπα όλα διπλά, θα σας γελάσω για το εάν ήταν ακριβώς παράλληλο αλλά αυτό δεν στερεί το δίκιο των αστροφυσικών, ένα σύμπαν για το ένα ποτήρι κρασί και ένα για το αμφισβητούμενο δεύτερο και τον άγγελο μου, τα μάτια μου και οι κοσμικές μου θεωρίες γύριζαν σαν σε καλειδοσκόπιο, καταλύοντας τους όποιους φραγμούς, ένα σουλάτσο πέρα δώθε της δωδεκάδας μετά Ναζηραίου λαμβάνει χώρα, λοξοκοιτούσα κι απολάμβανα τον αρχιτρίκλινο στο κόσμο του, την πάρλα και το μπαλαμούτι του και στα δύο σύμπαντα μια πλήρη κρασοκατάνυξη εν εξελίξει, κοπάνα το, κοπάνα το και μην φοβάσαι θάνατο, παράλληλες δράσεις όπου πατώ όπου κοιτώ κι όπου κοπανώ...


Ο ζητιάνος και η κυρία όμως θεωρώντας μας ως μη ένθερμους υποστηρικτές κάποια στιγμή αποχώρισαν αναζητώντας το εφήμερο στην απόλαυση σ΄ άλλα στέκια, τα βρήκαν, κελεπούρι με φράγκα η κυρία, αποτελούσαν πλέον ντουέτο, σιγά μην έχανε την ευκαιρία, χάθηκαν στο βάθος του δρόμου τραγουδώντας.
Αφού σταθεροποιήθηκε ο κόσμος μου έψαξα να βρω τον φάκελο με τις φωτογραφίες αλλά πουθενά ο φάκελος, ρώτησα τον κάπελα αλλά ούτε εκείνος είχε την παραμικρή ιδέα, άφαντος από τον δικό μου κόσμο, ίσως βρίσκεται σ έναν άλλον σκέφτηκα..

Μ΄ αυτά και μ αυτά η ώρα πέρασε, μάζεψα τα συμπράγκαλά μου... Λιάρδα γίναμε και σήμερα αρχιτρίκλινε μου... 
  • Πάμε? (είπε ο φύλακας άγγελος μου απλώνοντας μου το χέρι)
  • Πάμε (αποκρίθηκα)
  • Ψύχρα έπεσε.
  • Καιρός του είναι. (Παύση)
  • Έχει φεγγάρι απόψε.
  • Πάμε?
  • Που?
  • Στο φεγγάρι.
  • Πάμε.
And I've hawked all my yesterdays
Don't try and change my tune
'Cause I thought I heard a saxophone
I'm drunk on the moon......





Ναζηραίος: Ο αφιερωμένος στον Θεό.
Αρχιτρίκλινος: Ο επικεφαλής αυτών που έχουν αναλάβει την προετοιμασία συμποσίου.



Saturday, 3 May 2014